Page 55 - PC Master τ. 286

55
PC Master
T
α games από τη φύση τους αποτελούν ευκαιρίες
χαλάρωσης και ψυχαγωγίας και έτσι οι περιπτώσεις
που επιλέγουν την αυστηρή και άτεγκτη σοβαροφά-
νεια συχνά αντιμετωπίζονται με ειρωνεία, αν και τε-
λευταία το είδος αυτό δείχνει τάσεις εξάπλωσης.
Ωστόσο, ακόμα κι όταν οικοδομούν προσεκτικά μία δραματική ή
horror εμπειρία, οι δημιουργοί σπανίως αντιστέκονται στον πει-
ρασμό να κρύψουν κάποιο Easter egg ή μία δόλια χιουμοριστική
αναφορά, ενώ άλλες φορές προκύπτουν σουρεαλιστικά στιγμιό-
τυπα εν αγνοία τους, εξαιτίας της διάθεσης πειραματισμού των
gamers ή τεχνικών ατελειών (π.χ., ragdoll πτώματα σε μακάβρι-
ους χορούς). Αρκετές χιουμοριστικές καταστάσεις δε προκύ-
πτουν από το ίδιο το gameplay καθώς και τις δυνατότητες που
δίνονται στον παίκτη να προκαλέσει ευτράπελα αποτελέσματα,
«
σπάζοντας» συχνά το καλούπι του εκάστοτε game και τον τέ-
ταρτο τοίχο της σιωπηρής σύμβασης developer-παίκτη που πρε-
σβεύει ότι ναι μεν όσα παρακολουθούμε είναι φτιαχτά αλλά έχει
καταβληθεί προσπάθεια να προσομοιώσουν την πραγματικότητα.
Γενικά το χιούμορ και η ανάλαφρη διάθεση είναι έννοιες άρρη-
κτα συνδεδεμένες με τον κόσμο του gaming που περιλαμβάνει
επιλογές για όλα τα γούστα και σε όλα τα genres. Παρότι είναι
δύσκολο να ξεχωρίσεις με ποιον τρόπο το πετυχαίνει το καθένα,
ας επιχειρήσουμε μία χονδρική κατηγοριοποίηση.
ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΕΙ ΑΠ’ ΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ
Για εκείνους που απολαμβάνουν ιδιαίτερα το «εγκεφαλικό» χι-
ούμορ ταινιών όπως το Dirty Rotten Scoundrels, σειρών όπως το
Black Adder και τα σκετσάκια των Monty Python, οι περισσότερες
ευκαιρίες για να σκάσει το χειλάκι τους μάλλον βρίσκονται σε ad-
venture games με μπόλικο διάλογο. Ακολουθώντας τη γνωστή
σειρά βιβλίων του sir Terry Pratchett, που ξεκίνησε περισσότερο
ως μία παρωδία της αναγνωρίσιμης τολκιενικής μυθοπλασίας αλ-
λά εξελίχθηκε σε ένα πλήρες σύμπαν με διάθεση διακωμώδησης
ανθρώπινων τύπων, κοινωνικών συμπεριφορών και καταστάσεων,
τα παιχνίδια Discworld σαφώς απευθύνονται στους θιασώτες του
πνευματώδους χιούμορ. Τα πρώτα δύο της σειράς είχαν για πρω-
ταγωνιστή το φοβητσιάρη, ατζαμή μάγο Rincewind και αγαπήθη-
καν τόσο για τους ξεκαρδιστικούς διαλόγους με τους θεόμουρ-
λους χαρακτήρες όσο και για μία σειρά από παλαβά σενα-
ριακά ευρήματα, όπως η παραίτηση του Χάρου από το
πόστο του προκειμένου να γίνει σταρ του σινεμά ή μία
γιγαντιαία Elf βασίλισσα να σκαρφαλώνει στην κορυφή
ενός πύργου κρατώντας στο χέρι της έναν ανυ-
περάσπιστο ουρακοτάγκο. Και φυσικά ποιος
μπορεί να ξεχάσει το ανεπανάληπτο «That’s
Death» που έπαιζε στα credits του Discworld
2,
ερμηνευμένο από τον μοναδικό Eric Idle
(
έδινε και τη φωνή του στον Rincewind); Μια και μιλάμε για χά-
ρους και δρεπάνια, δεν θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε στο
Grim Fandango, για πολλούς το καλύτερο adventure που εμφα-
νίστηκε ποτέ στον (κάτω) κόσμο και το αδιαφιλονίκητο αριστούρ-
γημα του σπεσιαλίστα Tim Schafer. Αφηγούμενο μία γλυκόπικρη
ιστορία μεταθανάτιου ρομάντζου, διαφθοράς και ανεκπλήρωτων
υποσχέσεων, το setting του παιχνιδιού μοιάζει ακατάλληλο για
καλαμπούρια, αλλά ο Schafer βρήκε τρόπο να χωρέσει εύστοχες
κινηματογραφοφιλικές αναφορές και αιχμηρή σάτιρα σε έναν κό-
σμο πεθαμένων που λειτουργούσε ως παραμορφωτικός καθρέ-
φτης του δικού μας. Βέβαια, το ταλέντο του εν λόγω κυρίου στο
είδος είχε φανεί πολύ νωρίτερα, αρχικά όταν βοήθησε τον έτερο
Καππαδόκη, Ron Gilbert, να γράψει τους σπαρταριστούς διαλό-
γους των δύο πρώτων Monkey Island (για πολλούς συνώνυμα
του χιούμορ στα video games) και αργότερα στη χρυσή συνεργα-
σία του με τον Dave Grossman που έδωσε ίσως το πιο αστείο ad-
venture όλων των εποχών, το θρυλικό Day of the Tentacle. Το
κεντρικό σενάριο ήθελε ένα νοήμον... πλοκάμι να παθαίνει γενε-
τική μετάλλαξη εξαιτίας των τοξικών αποβλήτων από το εργα-
στήριο του τρελού καθηγητή που το φιλοξενούσε και να ξεκινά
να κατακτήσει τον κόσμο. Στόχος των τριών πρωταγωνιστών,
ενός ατσούμπαλου «σπασίκλα», μίας αλαφροΐσκιωτης φοιτήτριας
ιατρικής και ενός χοντρόπετσου μεταλλά, ήταν να ταξιδέψουν πί-
σω στο χρόνο για να κλείσουν εγκαίρως τη βαλβίδα των αποβλή-
των προτού αυτά καταλήξουν στο στομάχι του σατανικού Purple
Tentacle. ‘Nuff said.
Οποιαδήποτε αναφορά σε χιουμοριστικά παιχνίδια με σπινθη-
ροβόλους διαλόγους δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει το
Discworld: Noir, άτυπο sequel των δύο πρώτων παιχνιδιών με
πρωταγωνιστή αυτή τη φορά τον ντετέκτιβ Lewton (ως alter ego
του αστυνομικού Sam Vimes από τη σειρά βιβλίων) και πηχτή
noir ατμόσφαιρα, το οποίο σατίριζε ανελέητα τις συμβάσεις του
είδους χωρίς να παραμελεί το δικό του δαιδαλώδες σενάριο. Εξί-
σου αναγνωρίσιμα για τους εγκεφαλικούς διαλόγους και τις λε-
κτικές ακροβασίες τους είναι και τα παιχνίδια του διδύμου Sam &
Max, που ξεκίνησαν την ψηφιακή καριέρα τους με το Hit The
Road στα μέσα περίπου του ’90 και συνέχισαν να σκορπούν το
γέλιο στις τρεις επεισοδιακές σαιζόν της Telltale που κυκλοφό-
ρησαν μεταξύ 2006-2010. Η ανελέητη σάτιρα της αμερικάνικης
μαζικής υποκουλτούρας και η αποθέωση του απενοχοποιητικού
ρητού «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» αποτελούν τα βασικά συστατι-
κά της διαχρονικής επιτυχίας τους.
Η ζωή σου χρειάζεται λίγο γέλιο; Why not video games?
Από το manual του παιχνιδιού: «Αν σας ενοχλεί το γεγονός ότι οι πε-
ρισσότεροι χαρακτήρες του παιχνιδιού καπνίζουν αρειμανίως, σας
υπενθυμίζουμε ότι είναι όλοι τους νεκροί...»